Δεν είναι λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια της θεραπείας, μπορεί να δυσκολευτούμε αγγίζοντας θέματα της ιστορίας μας που είναι ευαίσθητα κι επώδυνα. Κάτι τέτοιο μπορεί να κινητοποιήσει μια διάθεση να πάρουμε απόσταση από τη θεραπευτική διαδικασία. Κι αυτό μπορεί μεταξύ άλλων να πάρει τη μορφή μιας κούρασης από τη διαδικασία, μιας ξαφνικής «αλλαγής» προτεραιοτήτων, ενός θυμού προς το θεραπευτή, ή πολύ συχνά την εξωγενή μορφή οικονομικών δυσκολιών που δεν επιτρέπουν τη συνέχιση της ψυχοθεραπείας.

Σημασία εδώ δεν έχει να αμφισβητήσουμε την εγκυρότητα οποιουδήποτε λόγου φέρνει ο θεραπευόμενος ως αφορμή για τη διακοπή αυτή. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σημαντικό να «ανοιχτεί» αυτή η διάθεση για απόσταση και να συζητηθούν μέσα στο ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο και άλλοι πιθανοί εναλλακτικοί λόγοι που ίσως συνδέονται με αυτή την επιθυμία. Κάθε φορά που κάποιος θεραπευόμενος εκφράσει την επιθυμία να διακόψει, συνήθως προσωρινά, τη θεραπεία του ενώ δουλεύει ακόμα θέματα που τον/ την απασχολούν, προτείνω πάντα να κάνουμε μια συνεδρία «κλεισίματος» για να το συζητήσουμε. Οι λόγοι γι αυτό είναι πολλοί και παρακάτω αναφέρω κάποιους από αυτούς που είναι μάλλον κοινοί.

Ένα «κλείσιμο» (ακόμα και προσωρινό) της πορείας που μέχρι στιγμής έχουμε κάνει στη θεραπεία είναι σημαντικό, όχι μόνο για λόγους κατανόησης και νοηματοδότησης μιας απόσυρσης που ίσως εκδραματίζεται αλλά και για την ίδια τη θεραπευτική σχέση που λειτουργεί με έναν τρόπο διορθωτικής εμπειρίας. Είναι σημαντικό καταρχάς σ’αυτή τη σχέση να δοθεί χώρος για να συζητηθεί η διάθεση απόστασης ακόμα κι από την ίδια τη θεραπευτική σχέση. Ίσως ένας τέτοιος διάλογος να μοιάζει λίγο άβολος, όμως δίνει ένα πολύ σημαντικό θεραπευτικό μήνυμα: ότι μπορεί να υπάρξει χώρος και μπορεί ο διάλογος να παραμείνει ανοιχτός ακόμα και για δύσκολα θέματα που επηρεάζουν την ίδια τη (θεραπευτική εν προκειμένω) σχέση. Στόχος είναι να καταφέρουμε μια βαθύτερη κατανόηση, να δώσουμε χρόνο να ακουστούν οι διαφορετικές οπτικές και να «κλείσουμε» προσωρινά αυτή τη σχέση μαζί, ακόμα κι αν οι οπτικές μας δεν συμφωνούν.

Άλλες φορές πάλι, μέσα από αυτό το διάλογο μπορεί ο θεραπευόμενος να κατανοήσει ότι αυτή η απόσταση που ζητά, αφορά ουσιαστικά κάτι άλλο, κάτι βαθύτερο που τον ενδιαφέρει να διερευνήσει. Οπότε μπορεί τελικά δίνοντας χώρο σε κάτι δύσκολο να κουβεντιαστεί, αυτό από μόνο του να βοηθήσει ώστε ο θεραπευόμενος να μην χρειαστεί να πάρει όντως αυτή την απόσταση αλλά να παραμείνει στη θεραπεία. Και ίσως αυτό να αποτελέσει την αρχή ώστε σταδιακά να ξεκινήσει να λειτουργεί με έναν τρόπο ανάλογο και σε άλλες πιο προσωπικές πια σχέσεις.

Ακόμα όμως κι αν ο θεραπευόμενος μέσα από το διάλογο μείνει σταθερός στη θέση του να διακόψει τη θεραπεία, υπάρχουν και πάλι θεραπευτικά μηνύματα όσον αφορά το σεβασμό και την αποδοχή αυτής της θέσης από το θεραπευτή. Κι αυτά είναι η αρχή της ελεύθερης επιλογής και η αρχή της προσωπικής ευθύνης στη θεραπεία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι θεραπευτές μπορεί να εκφράσουν τη διαφωνία τους, να συζητήσουν για τις εναλλακτικές σημασίες που μπορεί να έχει μια τέτοια επιθυμία αλλά καταρχήν σέβονται και αποδέχονται την απόφαση του θεραπευόμενου. Άλλωστε για κάποιους θεραπευόμενους και μόνο αυτό μπορεί να αποτελέσει μια θεραπευτική εμπειρία. Οποία κι αν είναι η σημασία της απόστασης, το να αναγνωρίσουν οι ίδιοι μια ανάγκη τους, να την εκφράσουν, να λειτουργήσουν με γνώμονα την προσωπική τους θέση και αυτή να ακουστεί και να γίνει αποδεκτή, ίσως από μόνο του να είναι κάτι καινούριο στη δική τους ιστορία.

Όλα αυτά τα πολύ σημαντικά μπορούν να κουβεντιαστούν μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο με αφορμή τη διάθεση του θεραπευόμενου να διακόψει τη θεραπεία του. Και χρειάζεται να γίνει διάλογος πάνω σ’ αυτά, όχι μόνο για να αναδυθεί το νόημα που έχει τώρα ό,τι διαμείβεται μέσα στη θεραπεία αλλά και για να σημάνει αυτό το κλείσιμο μια ασφαλή αναφορά για το μέλλον. Δηλαδή, το κλείσιμο να γίνει με έναν τρόπο ώστε ο θεραπευόμενος, εφόσον αποφασίσει να αγγίξει ξανά τα θέματα που τον απασχολούν, να νιώθει ασφαλής ότι μπορεί να επιστρέψει στο θεραπευτικό πλαίσιο και ότι ο θεραπευτής με χαρά θα αποδεχτεί και αυτή την απόφαση και θα τον συντροφεύσει ξανά σε μια νέα πια θεραπευτική πορεία.

από τη Μαρήλια Τσαχάλη,
Ψυχολόγο, Συστημική-Οικογενειακή Σύμβουλο